ζαχαροθήκη

ζαχαροθήκη

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ζαχαροθήκη" в других словарях:

  • ζαχαροθήκη — η ζαχαριέρα, ζαχαροθήκη, ζαχαροδοχείο, ζαχαροκούτι …   Dictionary of Greek

  • ζαχαριέρα — η η ζαχαροθήκη, το δοχείο ή η θήκη όπου φυλάγεται η ζάχαρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζάχαρη + κατάλ. ιέρα (πρβλ. αλατ ιέρα, σουπ ιέρα)] …   Dictionary of Greek

  • ζαχαρο- — (Μ ζαχαρο ) α συνθετικό λέξεων τής Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής που δηλώνει ότι το β συνθετικό α) μοιάζει ή είναι κατασκευασμένο ή περιέχει ζάχαρη (πρβλ. ζαχαρόπετρα, ζαχαροκούλλουρο, ζαχαροδοχείο) β) είναι γλυκό σαν τη ζάχαρη (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • θήκη — η (ΑΜ θήκη) 1. σκεύος, κιβώτιο ή κουτί μέσα στο οποίο τοποθετείται κάτι για φύλαξη 2. επίμηκες περίβλημα από δέρμα, μέταλλο, ξύλο ή χαρτόνι στο οποίο μπαίνει η κοπίδα ξίφους ή μαχαιριού, θηκάρι («βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην») 3. σκληρό… …   Dictionary of Greek

  • ζαχαριέρα — η οικιακό σκεύος για τη ζάχαρη, ζαχαροθήκη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»